δειπνοσύνη
δειπνοσύνη, ἡ, Com. for δεῖπνον, Matro Conv. 10 (pl.).
cena, banquete paród. por δεῖπνον:
ἀλλοτρίων εὖ εἰδὼς δειπνοσυνάων
δειπνοσύνη, ης (ἡ) [ῠ] c. δεῖπνον, Matr. (Ath. 134f).
δειπνοσύνη, ἡ, = δεῖπνον, Matro bei Ath. IV.134f.