δειπνοθήρας
δειπνο-θήρας, ου, ὁ,
- = δειπνολόχος, Ph. 1.665.
cazador de cenas, parásito
ἀντ' ἐλευθέρου δοῦλος ὁ δ.
δειπνο·θήρας, ου (ὁ) litt. chasseur de souper, parasite, Phil. 1, 665.
Étym. δεῖπνον, θηράω.
δειπνοθήρας, ὁ, Gastmahljäger, Schmarotzer, Philo.