δεκέτηρος
δεκ-έτηρος, ον, = sq., AP 9.474.
que dura diez años
χρόνος
μόχθος
μάχη
δεκ·έτηρος, ος, ον, qui dure dix ans (lutte), Anth. 9, 474.
Étym. δέκα, ἔτος.
δεκέτηρος, zehnjährig, μάχη Anth. IX.474.
δεκέτηρος
= δεκέτης, Anth.