δελέασμα
δελέασμα, bait
δελέ-ασμα, ατος, τό,
- = δελέαμα, δέλεαρ, Ar. Eq. 789.
cebo, reclamo
αὐτὸν ... δελεάσμασιν εἷλες
τὰ τῶν ἄλλων θωπεύματα καὶ δελεάσματα
τὸ τῆς ἡδονῆς δ.
ὀφθαλμῶν δ.
reclamo para la vista
δελέασμα, ατος (τὸ) appât ajusté, d’où appât, amorce, en gén., Ar. Eq. 789.
Étym. δελεάζω.
δελέασμα, τό, Köder, Ar. Eq. 786 ; Plut.
δελέασμα
= δέλεαρ, Ar.