δεῖρος Save LSJ DGE δεῖρος, εος, τό, = δειρή, Euph. 38 (pl.). II = δειράς, Hsch. δεῖρος -εος, τό 1 cuello Γαιζῆται περὶ δείρεα χρυσοφορεῦντες Euph.65, cf. δέρη. 2 δεῖρος· λόφος. καὶ ἀνάντης τόπος Hsch., cf. δειράς. •DMic. de-wi-jo (?).