διεκκύπτω
διεκκύπτω, peep out
διεκ-κύπτω,
- peep out, LXX 2 Ma. 3.19, Eust. 1754.44.
atisbar
τινὲς δὲ διὰ τῶν θυρίδων διεξέκυπτον
δι·εκκύπτω, c. ἐκκύπτω, Spt. 2 Macc. 3, 19.
διεκκύπτω, hervorgucken, Eust.