δρυηκόπος
δρυηκόπος, wood-cutting
δρῠηκόπος, ον, (κόπτω)
- wood-cutting, Lyc. 1378.
que corta leña, leñador
ἄνακτος τοῦ δρυηκόπου γόνος
δρυη·κόπος, ος, ον, qui coupe les chênes, Lyc. 1379.
Étym. δρῦς, κόπτω.
δρυηκόπος, holzhauend, Lycophr. 1379.