δρυμόθεν Save DGE Bailly 2024 δρῠμόθεν desde la maleza δ. μονόφορβος ἑῷ δηλήσατ' ὀδόντι Gr.Naz.M.37.984A. δρυμόθεν [ῡ] adv. de la forêt, Naz. 3, 984 Migne. Étym. δρυμός, -θεν.