δρυκολάπτης
δρυκολάπτης, woodpecker
δρῠ-κολάπτης, v. δρυοκολάπτης.
pájaro carpintero Ar.Au.480, 979, Eust.664.37, cf.
δρυ·κολάπτης, ου (ὁ) [ῠ] c. δρυοκολάπτης, Ar. Av. 480, 979 ; Str. 240.
δρυκολάπτης, ὁ, = δρυοκολάπτης, Ar. Av. 480, 979. S. Lobeck Phryn. 679.