εὐθυπομπός
εὐθυπομπός, guiding straight
εὐθῠ-πομπός, όν,
- guiding straight, αἰών Pi. N. 2.7.
εὐθυ·πομπός, ός, όν, qui mène droit, Pd. N. 2, 7.
Étym. εὐ. πέμπω.
εὐθῠπομπός
- 1guiding straight πατρίαν εἴπερ καθʼ ὁδόν νιν εὐθυπομπὸς αἰὼν ταῖς μεγάλαις δέδωκε κόσμον Ἀθάναις N. 2.7