ζωοποιΐα Save Bailly 2024 Pape ζωοποιΐα, ας (ἡ) génération d’êtres vivants, Th. C.P. 5, 18, 2. Étym. ζωοποιός. ζωοποιΐα, ἡ, = ζωογονία, Iambl.