Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζωόνυχον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζῳογονικός
ζωογονικῶς
ζωογόνος
ζῳογόνος
ζωογραφία
ζωογράφος
ζωοδότειρα
ζωοδοτήρ
ζωοδότης
ζωοδότιον
ζωοδόχος
ζωόδωρος
ζωοειδής
ζῳοειδής
ζωοθετέω
ζῳοθηρία
ζῳοθηρικός
ζωοθηρικός
ζῳοθρέμμων
ζῳοθυσία
ζωοθυτέω
ζῳοθυτέω
ζωόκαυστος
ζῳοκέφαλος
ζῳοκτονία
ζῳοκτόνος
ζῳόμορφος
ζωόμορφος
ζῷον
ζῶον
ζωόνυχον
ζῳόνυχον
ζῳοπλαστέω
ζωοπλαστέω
ζῳοπλάστης
ζωοπλάστης
ζῳοπλαστία
ζωοπλαστία
ζωοποιέω
ζῳοποιέω
ζωοποίησις
ζωοποιητικός
ζωοποιία
ζωοποιΐα
ζωοποιός
ζῳοπώλης
ζῳοπώλιον
ζῳόπωλις
ζωός
ζωόσοφος
ζῳοστάσιον
ζωοτάμον
ζωοταμών
ζῳότης
ζωοτοκέω
ζῳοτοκέω
ζωοτοκία
ζῳοτοκία
ζωοτόκος
ζῳοτόκος
ζῳοτροφεῖον
…
ζωόνυχον
Save
LSJ
ζωόνῠχον, τό, a name of the plant
λεοντοπόδιον,
Ps.-
Dsc.
4.133.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}