Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θρύβω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θρομβώδης
θρόμβωσις
θρόνα
Θρονία
Θρονιάς
θρονίζομαι
θρονίζω
Θρονίη
θρόνιον
Θρόνιον
Θρόνιος
θρονίς
θρονισμός
θρονιστής
θρονιτικός
θρονίτις
Θρονῖτις
Θρόνοι
θρόνον
θρονοποιός
θρόνος
θρόνωσις
θρόος
θροσέως
θροῦς
θρυαλλίδιον
θρυαλλίς
Θρυαλλίς
θρύαλλον
θρυαρίς
θρύβω
θρυγανάω
θρυγονάω
θρύϊνος
θρυῖτις
θρυλέω
θρύλημα
θρυλητής
θρυλητός
θρύλιγμα
θρυλιγμός
θρυλίζω
θρυλισμός
θρυλίσσω
θρυλλέω
θρύλλημα
θρύλλιγμα
θρυλλίζω
θρυλλίσσω
θρύλλος
θρῦλος
θρυμίς
θρύμμα
θρυμματίς
θρυμνεύεται
θρυόεις
Θρυόεσσα
θρυοκάλαμος
θρυοκοπέω
θρυοκοπία
θρύον
…
θρύβω
Save
LSJ
θρύβω, late form, =
θρύπτω,
Mich.
in PN
14.16.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}