About Report a problem

Menu

καπαλευτής

καπαλευτής, οῦ, ὁ,
  • = ὀνηλάτης, Hsch.:—also καπαλαί· κάπηλοι, φάτναι, and καπαλίζω, = ζευγηλατέω, Id.

Saved

Recent