Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάντορες
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κάννωκος
Κάννωνος
καννωτός
κανονίας
κανονίζω
κανονίης
κανονικάριος
κανονικός
κανονικῶς
κανόνιον
κανονίς
κανόνισμα
κανονισμός
κανονιστέον
κανονιστής
κανονιστικός
κανονογραφία
κανονοποιΐα
κανονωτός
Κάνος
Κανουληΐα
Κανουλία
κανοῦν
Κανούτιος
Κανταβρία
Κάνταβρις
Κάνταβροι
Καντακουζηνοί
Καντίβαρις
Κάντιον
κάντορες
κανυσῖνος
Κανύσιον
κάνυστρον
Κανωβεύς
Κανωβικός
Κανωβίς
κανωβισμός
Κανωβίτης
Κάνωβος
κανών
Κανωπικόν
κανωπικόν
κάνωπον
Κάνωπος
κανωτός
κἀξ
κἄξ
κάος
κάπ
καπαῖος
καπαλευτής
καπαλίζω
καπάναξ
Καπανεύς
καπάνη
Καπανηϊάδης
Καπανηιάδης
Καπανήϊος
καπανῆται
καπάνια
…
κάντορες
Save
LSJ
κάντορες·
οἱ κρατοῦντες,
Hsch.
(Fort.
κράντορες
.)
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}