καπηλευτικός
καπηλευτικός, of or for a small trader; petty; cheating
κᾰπηλ-ευτικός, ή, όν,
- = καπηλικός, Pl. Lg. 842d.
καπηλευτικός, ή, όν [ᾰ] de petit marchand, particul. de cabaretier, Plat. Leg. 842c.
Étym. καπηλεύω.
καπηλευτικός, = καπηλικός, Plat. Legg. VIII.842c.