About Report a problem

Menu

καρπισμός

καρπισμός, exhaustion

καρπισμός2, vindiciae

καρπ-ισμός (A), ὁ, (καρπίζω A)
  • exhaustion, τῆς γῆς Thphr. CP 4.8.2.
    • II profit, Arist. Pr. 952b6.
καρπ-ισμός (B), ὁ, (καρπίζω B), καρπ-ιστεία and καρπ-ιστία, ἡ,
  • = Lat. vindiciae, Gloss.

Saved

Recent