καρποδότειρα
καρποδότειρα, giver of fruit
καρπο-δότειρα, ἡ,
- giver of fruit, Orph. H. 43.9.
καρπο·δότειρα, ας, adj. f. qui donne des fruits, Orph. H. 42, 9.
Étym. κ. δίδωμι.
καρποδότειρα, ἡ, Fruchtgeberin, Orph. H. 42.9.