κεκμηκότως
κεκμηκότως, wearily
κεκμηκότως, Adv., (κάμνω)
- wearily, Sch. S. El. 164.
κεκμηκότως, (κάμνω), mühsam ; Schol. Soph. El. 164 οὐ κεκμ., Erkl. von ἀκάματα.
κεκμηκότως, wearily