κεκορεσμένως
κεκορεσμένως, to satiety
κεκορεσμένως, Adv., (κορέννυμι)
- to satiety, gloss on ἄδην, EM 16.42.
κεκορεσμένως, gesättigt, Erkl. von ἄδην, EM.
κεκορεσμένως, to satiety