κιρσώδης
κιρσ-ώδης, ες,
- = κιρσοειδής, Hp. Prorrh. 2.10, Gal. UP 14.7 (Comp.), 10.
κιρσώδης, ης, ες, c. κιρσοειδής, Hpc. Prorrh. 2 ; Gal. 6, 863, etc.
Étym. κιρσός, -ωδης.
κιρσώδης, ες, = κιρσοειδής, Medic.