κισηρώδης
κῐσηρ-ώδης, ες,
- = κῐσηροειδής, Ephor. 65 (e) J., Dsc. 5.74.
κισηρώδης, mieux que κισσηρώδης, ης, ες, c. κισηροειδής, DS. 1, 39 ; Plut. M. 888d ; Geop. 2, 6, 35 ; Gal. 6, 329.
Étym. κ. -ωδης.