κοτεινός
κοτεινός, ή, όν,
- = κοτήεις, cj. for σκοτεινόν in Pi. N. 7.61 Boeckh.
κοτεινός, ή, όν, c. κοτήεις, Pd. N. 7, 90, conj. p. σκοτεινός.
κοτεινός, grollend, zürnend, ψόγος, nach Böckhs Verbesserung für σκοτεινός, Pind. N. 7.61.