κράνινος Save LSJ Bailly 2024 Pape κράνινος [ᾰ], η, ον, = κρανέϊνος, τόξα Paus. 1.21.5. κράνινος, η, ον [ᾰῐ] c. κρανέϊνος, Paus. 1, 21, 5. κράνινος, = κρανέϊνος, Paus. 1.21.5.