κρανίδιον
κρανίδιον, small helmet
κρᾰνίδιον, τό, Dim. of κράνος (A),
- small helmet, IG 2(2).1421.123.
- 2 [κρᾱν-] Dim. of κρανίον, Paul.Aeg. 6.74.
κρανίδιον, small helmet