κριβάνη
κριβάνη, a cake
κρῑβᾰν-η, ἡ, or κρῑβᾰν-ης, ὁ,
- a cake, Alcm. 20 (-νωτος codd. Ath.), cf. Hsch.
κριβάνη, ης (ἡ) [ῑᾰ] sorte de gâteau, Alcm. (Ath. 646a).
Étym. κρίβανος.
κριβάνη, [ῑ], ἡ, eine Art Kuchen, Ath. XIV.646a ; auch τὰ κρίβανα.