κρίβανον Save LSJ Bailly 2024 Pape κρίβᾰν-ον [ῑ], τό, = sq, Pherecr. 169. κρίβανον, ου (τὸ) [ῑᾰ] c. κριβάνη, Phérécr. (Sch.-Ar. Ach. 86). κρίβανον, τό, = κρίβανος ; Pherecrat. bei Schol. Ar. Ach. 86 ; – τὰ κρίβανα = κριβάνη, Ath. III.115a.