κωρυκομαχία
κωρῠκο-μᾰχία, Ion. -ίη, ἡ, = foreg., Hp. Vict. 2.64, 3.78.
κωρυκο·μαχία, ion. -ίη, ης (ἡ) [ῠμᾰ] lutte au jeu de ballon, Hpc. 364, 16 ; 372, 39 ; 374, 3.
Étym. κώρυκος, μάχομαι.
κωρυκομαχία, ἡ, ein Spiel, Uebung mit dem κώρυκος 2, Sackkampf, Hippocr.