κώρα
κώρα, ἡ,
- Dor. for κούρη, Theoc. 6.36, Call. Lav.Pall. 27, 138, Cer. 9.
- II = ὕβρις, Hsch.
κώρα, v. κόρη.
κώρα, ἡ, dor. = κούρη, s. κῶρος.
κώρα, ἡ,
Doric for κούρη.