λευγαλέως
λευγαλέως [ᾰ] adv. tristement, misérablement, Il. 13, 723 ; A. Rh. 2, 129.
λευγαλέως
[adv. fr. λευγαλέος.]
In sorry case, in pitiful plight : λ. κε Τρῶες ἐχώρησαν Il. 13.723.
[adv. fr. λευγαλέος.]
In sorry case, in pitiful plight : λ. κε Τρῶες ἐχώρησαν Il. 13.723.