λαζίνης Save LSJ Pape λαζίνης· χαραδρίας, καλλαρίας ἰχθῦς, Hsch. (cf. μαζίνης). λαζίνης, ὁ, ein Vogel, der sonst χαράδριος heißt, u. ein Fisch, sonst μαζίνας, Hesych., zw.