Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λακόπυγος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λακιάδης
λακίδαι
λακιδόω
λακίζω
Λακίνιον
Λακίππω
λακίς
λάκισμα
λακιστός
λακκαῖος
λακκάριος
λακκαταπύγων
λακκάω
λακκίζω
Λακκίον
λακκόπεδον
λακκόπλουτος
λακκοποιός
λακκοπρωκτία
λακκόπρωκτος
λακκόπυγος
λάκκος
λακκοσκαπέρδας
λακκοσκάπερδον
λακκοσχέας
λακκόω
λακκώδης
Λάκμων
Λακμώνιος
λακοπεῖν
λακόπυγος
λάκος
Λάκος
λακπατέω
λακπάτητος
λάκρα
Λακράτης
Λακρατίδης
Λακρίνης
Λάκριτος
λακταία
λακτία
λακτίζω
λακτική
λακτικός
λάκτιμα
λάκτις
λάκτισμα
λακτισμός
λακτίσσω
λακτιστής
λακτιστικός
Λακτοῦκας
Λακύδης
λάκυθος
λακχά
λάκω
Λάκων
λακών
λακωνάριος
Λακωνίζω
…
λακόπυγος
Save
Pape
λακόπυγος
, [ῡ],
f.l.
für λακέρυζος,
Ep.adesp
. 40, wo das mss. λακόρυζος hat.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}