Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λακκόω
λακκόω, hollow out
LSJ
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λάκημα
λάκησις
Λακητανία
Λακητήρ
Λακιάδαι
Λακιάδης
λακίδαι
λακιδόω
λακίζω
Λακίνιον
Λακίππω
λακίς
λάκισμα
λακιστός
λακκαῖος
λακκάριος
λακκαταπύγων
λακκάω
λακκίζω
Λακκίον
λακκόπεδον
λακκόπλουτος
λακκοποιός
λακκοπρωκτία
λακκόπρωκτος
λακκόπυγος
λάκκος
λακκοσκαπέρδας
λακκοσκάπερδον
λακκοσχέας
λακκόω
λακκώδης
Λάκμων
Λακμώνιος
λακοπεῖν
λακόπυγος
λάκος
Λάκος
λακπατέω
λακπάτητος
λάκρα
Λακράτης
Λακρατίδης
Λακρίνης
Λάκριτος
λακταία
λακτία
λακτίζω
λακτική
λακτικός
λάκτιμα
λάκτις
λάκτισμα
λακτισμός
λακτίσσω
λακτιστής
λακτιστικός
Λακτοῦκας
Λακύδης
λάκυθος
λακχά
…
λακκόω
Save
λακκόω, hollow out
LSJ
λακκ-όω,
hollow out,
PLond.
2.191.10 (Pass., ii A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}