Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λάκτιμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λακκόπεδον
λακκόπλουτος
λακκοποιός
λακκοπρωκτία
λακκόπρωκτος
λακκόπυγος
λάκκος
λακκοσκαπέρδας
λακκοσκάπερδον
λακκοσχέας
λακκόω
λακκώδης
Λάκμων
Λακμώνιος
λακοπεῖν
λακόπυγος
λάκος
Λάκος
λακπατέω
λακπάτητος
λάκρα
Λακράτης
Λακρατίδης
Λακρίνης
Λάκριτος
λακταία
λακτία
λακτίζω
λακτική
λακτικός
λάκτιμα
λάκτις
λάκτισμα
λακτισμός
λακτίσσω
λακτιστής
λακτιστικός
Λακτοῦκας
Λακύδης
λάκυθος
λακχά
λάκω
Λάκων
λακών
λακωνάριος
Λακωνίζω
λακωνίζω
Λακωνικός
λακωνικῶς
Λακώνιον
Λακωνίς
Λακωνισμός
λακωνισμός
Λακωνιστής
λακωνιστής
Λακωνομανέω
λακωνομανέω
Λακωνόσημος
λάλ
λάλαβις
λαλάγγη
…
λάκτιμα
Save
LSJ
λάκτιμα·
λάκτισμα,
Hsch.
, cf.
PGen.
56.27 (iv A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}