λασιόμαλον
λασιόμαλον, peach
λᾰσιόμᾱλον· μῆλον τὸ ἔχον χνοῦν, Hsch.:—hence λᾰσίμηλον, τό,
- peach, shd. perh. be read in Antig.Car. ap. Ath. 3.82b (ἡ δʼ ἀριμήλων codd.).
λασιόμαλον, [μᾱ], τό, = λασίμηλον, Hesych.