Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λειποστρατιώτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λειπογαλαξία
λειπογνώμων
λειπογράμματος
λειποδεής
λειποδερμ-
λειπόδερμος
λειποδρανέω
λειποδρανής
λειπόθηλος
λειποθυμ-
λειποθυμέω
λειποθύμημα
λειποθυμία
λειποθυμικός
λειπόθυμος
λειπόκρεως
λειπομαρτυρίου
λειποναύτης
λειπόνεως
λειπόπατρις
λειποπυρίας
λειποπωγωνία
λειπόρινος
λειποσαρκία
λειπόσαρκος
λειποσιτέω
λειποστρατέω
λειποστρατία
λειποστράτιον
λειποστράτιος
λειποστρατιώτης
λειποτακτ-
λειποτακτέω
λειποτάκτης
λειποταξίου
λειποτονέω
λείπουρος
λειποψυχ-
λειποψυχέω
λειποψυχία
λειπόψυχος
λειποψυχώδης
λειπτέον
λειπτέος
λειπυρία
λειπυρικός
λειπυριώδης
λείπω
λειπώδιν
λείρινος
λειριοειδής
λειριόεις
λείριον
Λειριόνη
λειριοπολφανεμώνη
λειριόπρυμνος
λείριος
λειριόχροος
Λεῖρις
λειριώδης
λειρός
…
λειποστρατιώτης
Save
Pape
λειποστρατιώτης
, ὁ,
ein Deserteur, der das Heer verläßt
, App.
Pun
. 195.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}