λειριώδης
λειριώδης, like a lily
λειρ-ιώδης, ες,
- like a lily, εὐωδία Thphr. HP 3.13.
λειριώδης -ες [λείριον ] like a lily: εὐωδία an odor like that of a lily Thphr. H.P. 3.13.6.
λειριώδης, ης, ες, qui ressemble à un lis, Th. H.P. 3, 13, 6.
Étym. λείριον, -ωδης.
λειριώδης, ες, = λειριοειδής, Sp.