Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λεντυφαντής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λελυμένος
λελυμένως
λέλυται
λελῦτο
λεμά
λεμβάδιον
λεμβαρχέω
λεμβάρχοι
λέμβαρχος
λεμβευτικός
λεμβευτικὸς
Λέμβιον
λέμβος
λεμβώδης
λεμεῖσα
Λεμέννα
λεμίν
λέμμα
λέμνα
λεμόνη
Λεμοουίκες
λέμυσος
λέμφος
λεμφυφαντής
λεμφώδης
λεντίκιον
λέντιον
λέντιος
Λέντλος
Λέντουλος
λεντυφαντής
λεξ
λεξ(ε)ίδιον
λεξ-
λέξασθαι
λεξείδιον
λεξείω
λέξεο
λεξιγράφος
λεξίδιον
λεξίδριον
λεξιθήρ
λεξίθηρ
λεξιθήρας
λεξιθηρέω
λεξιθηρία
λεξίθηρος
λεξικογράφος
λεξικός
λεξίλογα
λεξίλογος
λέξις
Λεξιφάνης
λέξο
λεξογράφος
λέξομαι
λέξον
λέξοντες
λεξύδριον
λεοδράκων
Λεόννατος
…
λεντυφαντής
Save
LSJ
λεντ-ῠφαντής, οῦ, ὁ,
towel-weaver,
Supp. Epigr.
4.541 (Ephesus).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}