λεξικογράφος
λεξικογράφος, lexicographer
λεξῐκογράφος [ᾰ], ὁ,
- lexicographer, EM 221.33.
λεξικογράφος -ου, ὁ [λέξις , γράφω] lexicographer L. E.M. 221.33.
λεξικογράφος, ein Wörterbuch schreibend, EM.