Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λεξίδριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λεμβευτικὸς
Λέμβιον
λέμβος
λεμβώδης
λεμεῖσα
Λεμέννα
λεμίν
λέμμα
λέμνα
λεμόνη
Λεμοουίκες
λέμυσος
λέμφος
λεμφυφαντής
λεμφώδης
λεντίκιον
λέντιον
λέντιος
Λέντλος
Λέντουλος
λεντυφαντής
λεξ
λεξ(ε)ίδιον
λεξ-
λέξασθαι
λεξείδιον
λεξείω
λέξεο
λεξιγράφος
λεξίδιον
λεξίδριον
λεξιθήρ
λεξίθηρ
λεξιθήρας
λεξιθηρέω
λεξιθηρία
λεξίθηρος
λεξικογράφος
λεξικός
λεξίλογα
λεξίλογος
λέξις
Λεξιφάνης
λέξο
λεξογράφος
λέξομαι
λέξον
λέξοντες
λεξύδριον
λεοδράκων
Λεόννατος
λεόντ(ε)ιος
λεοντάγχης
λεοντάγχωνος
λεοντάριον
Λεοντάριον
Λεοντάρνη
λεοντέη
λεοντεία
λεόντειον
λεόντειος
…
λεξίδριον
Save
LSJ
λεξ-ίδριον, τό, = foreg., Sch. D.T. p.227 H. (
v.l.
-ύδριον).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}