λεωπάτητος Save LSJ Brill-Montanari Pape λεωπάτητος, v. λέως. λεωπάτητος -ον v.l. for λακπάτητος. λεωπάτητος, vom Volke ganz u. gar zertreten, alte v.l. bei Soph. Ant. 1261 für λαξπάτητος.