About Report a problem

Menu

λεωφόρος

λεωφόρος, ον,
  • v. λαοφόρος. λῇ, λῇς, etc., v. λῶ. ληβόλε· λιθοβόλε, ἄξιε λιθασθῆναι, Hsch. ληβολία· δημοσία κοπρία, Id.

Saved

Recent