Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιβανωτόν
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιβανᾶς
λιβάνη
Λιβανηΐς
Λιβανία
λιβανίδιον
λιβανίζω
λιβανικός
λιβάνινος
Λιβάνιος
Λιβανῖτις
λιβανοειδής
λιβανοθήκη
λιβανοκαΐα
λιβανομάννα
λιβανόμαντις
λιβανόομαι
λιβανοπώλης
λίβανος
Λίβανος
λιβανοφόρος
λιβανόχροος
λιβανόχρους
λιβανόω
λιβανώδης
λιβανωτίδιον
λιβανωτίζω
λιβανωτικός
λιβανώτινος
λιβανώτιον
λιβανωτίς
λιβανωτόν
λιβανωτοπωλέω
λιβανωτοπώλης
λιβανωτός
λιβανωτοφόρος
λιβανωτρίς
λιβάς
λιβδύειν
λιβελλήσιος
λίβελλος
λίβερνος
λιβερτῖνος
Λιβερτῖνος
λίβερτος
λίβηθρον
λιβηρός
Λιβία
λιβιανόν
λιβικός
Λίβιος
Λιβίτινα
λιβλάριος
λίβον
λιβόνοτος
λιβός
λίβος
λιβοφοῖνιξ
λιβρός
Λιβύα
Λιβύαθε
Λιβύανδε
…
λιβανωτόν
Save
Pape
λιβανωτόν
, τό, = λιβανωτός, Suid. u. Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}