λιβανοειδής
λῐβᾰνο-ειδής, ές,
- = λιβανώδης, Dsc. 3.83.
λιβανοειδής -ές Diosc.2 3.83, see λιβανώδης.
λιβανο·ειδής, ής, ές [ῐᾰ] qui ressemble à de l’encens, Diosc. 3, 97.
Étym. λίβανος, εἶδος.
λιβανοειδής, ές, = λιβανώδης, Diosc.