λιθοτριβικός
λιθοτριβικός, of or for stone-polishing
λῐθο-τρῐβικός, ή, όν,
- of or for stone-polishing: ἡ -κή (sc. τέχνη), the art of so polishing, Lys. Fr. 69.
λῐθοτρῐβικός -ή -όν [λίθος , τρίβω] pertaining to polishing stone | subst. ἡ λιθοτριβική (sc. τέχνη ) the art of polishing stone Lys. fr. 69.
λιθοτριβικός, ή, όν, zum Steinschleifen gehörig, ἡ λιθοτριβική, sc. τέχνη, die Steinschleiferkunft, Lys. fr. 40 ; οἱ λιθ. οἱ κοσμοῦντες τοὺς λίθους πρὸς εὐπρέπειαν, B.A. 277.