λιθοτομεῖον
λιθοτομεῖον, quarry
λῐθοτομ-εῖον, τό,
- quarry, IG 2(2).47.30.
- II = λιθοτομία II, Gloss.
λιθοτομεῖον, τό, die Werkstätte des λιθοτόμος.
λιθοτομεῖον, quarry