λιναγρέτης
λιναγρέτης, caught in the net
λῐν-αγρέτης, ου, ὁ,
- caught in the net, Lyc. 237.
λῐνᾰγρέτης -ου, ὁ [λίνον, ἄγρα ] caught in a net Lyc. 237.
λιν·αγρέτης, ου [ῐᾰ] adj. m. pris au filet, Lyc. 237.
Étym. λίνον, ἄγρα.
λιναγρέτης, ὁ, im Netz gefangen, πορκέων, Lycophr. 237.