Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιμομαχέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιμνῖτις
λιμνόβιος
λιμνόδρομος
λιμνοειδής
λιμνοθάλασσα
λιμνομάχης
λιμνόομαι
λίμνος
Λίμνος
λιμνόστρεον
λιμνοσώματοι
λιμνοσώματος
λιμνουργός
λιμνοφυής
λιμνοχαρής
λιμνόχαρις
Λιμνόχαρις
λιμνόω
λιμνώδης
Λιμνώρεια
λιμοδοξέω
λιμοδοξία
Λιμοδωριεῖς
λιμόδωρον
λιμοθνής
λιμοκίμβιξ
λιμοκόλαξ
λιμοκτονέω
λιμοκτονία
λιμοκτόνος
λιμομαχέω
λιμόξηρος
λιμοποιός
λιμοπύκτης
Λιμοπύκτης
λιμός
Λίμος
λιμουργός
λιμοφορεύς
λιμοψώρα
λιμόψωρος
λιμπάνω
Λίμυρα
Λιμυρός
Λίμυρος
λιμφεύειν
λιμφεύω
λιμφός
λιμώδης
λίμωξις
λιμώσσω
λιμώττω
λῖν
λιναγέρτης
λιναγερτουμένη
λιναγρετέομαι
λιναγρέτης
λιναῖος
λίναμαι
λινάριον
λινάρμενον
…
λιμομαχέω
Save
Pape
λιμομαχέω
, [ῑ],
mit dem Hunger kämpfen
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}