Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιχάζει
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιτότης
λιτουργέω
λιτούργημα
λιτουργόν
λιτουργός
λιτοφαγία
λίτρα
λιτραῖος
λιτρασμός
λιτριαῖος
λιτρίζω
λιτρίς
λιτρισμός
λιτροδόκη
λιτρόμηλον
λίτρον
λιτροπώλης
Λίτρος
λιτροσκόπος
λιτρώδης
λιττάς
Λιτυέρσης
λιτυέρσης
λίτυον
λιτῶς
λιφαιμέω
λιφαιμία
λίφαιμος
λιφερνέω
Λιχάδες
λιχάζει
λιχάζω
λιχανοειδής
λιχανός
λίχανος
λιχανὸς δάκτυλος
λιχάς
Λίχας
λιχήν
Λίχης
λιχμάζω
λιχμαίνω
λιχμάς
λιχμάω
λιχμήμων
λιχμήρης
λιχμώω
λιχνάζω
λιχνάομαι
λιχνάω
λιχνεία
λίχνευμα
λιχνεύω
λιχνία
λιχνίζομαι
λιχνοβόρος
λιχνόγραυς
λίχνος
λιχνοτένθης
λιχνότης
λιχνοφειδάργυρος
…
λιχάζει
Save
LSJ
λιχάζει·
ἐπιθυμεῖ,
Hsch.
II
in aor. inf.
λιχάξαι· ῥῖψαι, βάλαι
(Cret.),
Id.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}