λυκαιμίας Save Brill-Montanari Grieks Nederlands λυκαιμίας see λυκαιχμιάς. λυκαιμίας -ου, ὁ, of λυκαιμία -ας, ἡ [λύκος, αἱμός?] wolvenstrijd Alc. 130b 10 (tekst onzeker).